Η έρευνα στην επιστήμη στην Ελλάδα ευρίσκεται σε μια φάση ενεργούς ανασύνθεσης. Πέρα από τους δείκτες της ευρωπαϊκής κατάταξης, αναπτύσσεται ένα τοπίο όπου καθιερωμένα πανεπιστημιακά ιδρύματα, σημερινά ερευνητικά κέντρα και μια ανερχόμενη σκηνή νεοφυών επιχειρήσεων προσπαθούν να ευθυγραμμιστούν με τις παγκόσμιες προκλήσεις. Παρατηρώ στενά αυτόν τον χώρο και σε αυτό το άρθρο θα δοκιμάσω μια ουσιαστική χαρτογράφηση. Δεν θα περιοριστώ σε γενικότητες. Θα αναλύσω συγκεκριμένα δεδομένα, κριτικές χρηματοδοτικών εργαλείων, τεχνολογικές τάσεις που κερδίζουν βάση στη χώρα και χρήσιμες συμβουλές για οποιονδήποτε δραστηριοποιείται μέσα στον ελληνικό ερευνητικό ιστό. Σκοπός μου είναι να δώσω μια εικόνα που συνδυάζει την ανάλυση με τη πραγματική εμπειρία της καθημερινής ζωής στα εργαστήρια και στους φορείς καινοτομίας.
Η σημερινή κατάσταση της ελληνικής έρευνας
Όταν επικοινωνώ με συναδέλφους από άλλες ευρωπαϊκές χώρες, η ελληνική ερευνητική παραγωγή συχνά τους ξαφνιάζει. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του Εθνικού Κέντρου Τεκμηρίωσης, η χώρα παρουσιάζει περίπου 14.000 επιστημονικές εργασίες ετησίως σε περιοδικά με κριτές, με τις βιβλιογραφικές αναφορές να ξεπερνούν τον ευρωπαϊκό μέσο όρο σε επιλεγμένα πεδία. Αυτή η επίδοση δεν είναι αναμενόμενη. Τα πανεπιστήμια της Αθήνας, της Θεσσαλονίκης και της Κρήτης, μαζί με ιδρύματα όπως το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και το Ίδρυμα Τεχνολογίας και Έρευνας, τροφοδοτούν το σύστημα με σταθερή ροή αποτελεσμάτων. Η διαπίστωσή μου είναι ότι η ποιότητα έχει βελτιωθεί αισθητά την τελευταία δεκαετία, ακόμα κι αν οι χρόνιοι περιορισμοί στις υποδομές εξακολουθούν εμπόδιο.
Ωστόσο, η πραγματική εικόνα δεν είναι μονοσήμαντη. Η υψηλή παραγωγή συνδυάζεται με ένα κατακερματισμένο οικοσύστημα, όπου η διασύνδεση ανάμεσα σε πανεπιστήμια, ερευνητικά κέντρα και παραγωγικό ιστό παραμένει να υπολείπεται του ευρωπαϊκού βορρά. Η χρηματοδότηση παραμένει το κυριότερο αγκάθι. Το ποσοστό του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος που κατευθύνεται στην Έρευνα και Ανάπτυξη έχει αυξηθεί, κλείνοντας προς το 1,5%, αλλά εξακολουθεί κάτω από τον στόχο του 3% που ορίζει η Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτό που με απασχολεί ιδιαίτερα είναι η μεγάλη εξάρτηση από τα διαρθρωτικά ταμεία και τα ανταγωνιστικά ευρωπαϊκά προγράμματα, που παράγει κύκλους χρηματοδότησης με απότομες εναλλαγές. Παρόλα αυτά, η ανθεκτικότητα της επιστημονικής κοινότητας είναι εντυπωσιακή.
Τα εμπόδια και η επόμενη ημέρα
Κάθε αμερόληπτη ανάλυση οφείλει να αναγνωρίσει τις προκλήσεις https://peena.gr/. Η φυγή επιστημόνων στο εξωτερικό, αν και έχει καθυστερήσει, δεν έχει αντιστραφεί. Πολλοί από τους πιο ταλαντούχους ερευνητές που συνάντησα στα ελληνικά αμφιθέατρα απασχολούνται σήμερα σε πανεπιστήμια του Μονάχου, του Λονδίνου ή της Βοστώνης. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο οικονομικό· σχετίζεται με την βεβαιότητα της καριέρας, τον διαχειριστικό όγκο και την ανυπαρξία ενός ξεκάθαρου οδικού χάρτη σταδιοδρομίας μετά το μεταδιδακτορικό. Όσες προσπάθειες, όπως οι θέσεις “Ερευνητή Γέφυρα” του ΕΛΙΔΕΚ, έχουν γίνει, είναι ενθαρρυντικά βήματα αλλά δεν φτάνουν για να γεφυρώσουν το κενό.
Από την άλλη, βλέπω σημάδια αλλαγής που δημιουργούν αισιοδοξία. Ο ψηφιακός μετασχηματισμός του κράτους περιορίζει σταδιακά τη γραφειοκρατία στις ερευνητικές προτάσεις, κάνοντας τη διαδικασία υποβολής πιο φιλική. Επιπλέον, η ενεργότερη εμπλοκή της διασποράς μέσα από δίκτυα σαν το Reload Greece ανοίγει κανάλια γνώσης και χρηματοδότησης που δεν ήταν διαθέσιμα μια δεκαετία πριν. Θεωρώ ότι το καθοριστικό τεστ για το ελληνικό οικοσύστημα τα επόμενα χρόνια θα είναι η επάρκειά του να διατηρήσει τους νέους ερευνητές που τώρα βρίσκονται στη φάση του διδακτορικού και του πρώτου μεταδιδακτορικού. Αν κατορθώσουν να δουν έναν ορίζοντες τριών έως πέντε ετών με μόνιμη απασχόληση και αναπτυσσόμενες ευθύνες, το στοίχημα της επιστροφής θα γίνει πολύ πιο δελεαστικό.
Κλείνοντας αυτή την ανάλυση, θέλω να μεταφέρω μια πίστη που αναπτύχθηκε από την πολυετή παρατήρηση του χώρου: η ελληνική έρευνα διαθέτει το ανθρώπινο κεφάλαιο και την τεχνική βάση για να πρωταγωνιστήσει σε εξειδικευμένους κλάδους, αλλά προϋποθέτει συστημικό αλτρουισμό. Οι επιμέρους επιτυχίες μεμονωμένων ομάδων πρέπει να γίνουν οργανωτική μνήμη και όχι πρόσκαιρες ιστορίες. Αυτό συνεπάγεται πρακτικά να διεκδικήσουμε ανοιχτά δεδομένα, αξιοκρατικές διαδικασίες και αδιάκοπη επένδυση σε ανθρώπους. Αν αυτό το πλαίσιο ενισχυθεί, τότε οι τάσεις που σημείωσα δεν θα μείνουν απλές υποσχέσεις, αλλά θα δώσουν στη χώρα μια ισχυρή θέση στον παγκόσμιο επιστημονικό χάρτη. Το επόμενο βήμα για κάθε αναγνώστη είναι να ψάξει τις πραγματικές ευκαιρίες που προσφέρονται τώρα, είτε αυτές βρίσκονται σε μια ανοιχτή πρόσκληση του ΕΛΙΔΕΚ, είτε σε ένα ερευνητικό δίκτυο που περιμένει νέα μέλη.
Οδηγίες για νέους επιστήμονες και καινοτόμους ανθρώπους
Αν αναλαμβάνετε τώρα την πορεία στην ελληνική έρευνα, η πιο σημαντική ερώτηση που πρέπει να κάνετε στον εαυτό σας είναι αν έχετε καταρτίσει ένα ανθεκτικό επαγγελματικό σχέδιο που να αντιμετωπίζει την αβεβαιότητα. Δεν φτάνει πια μόνο ένα διδακτορικό. Διαπιστώνω ότι οι επιτυχημένοι ερευνητές συνδυάζουν τη δημοσιευτική συνέπεια με προσόντα διαχείρισης έργων, επάρκεια συγγραφής προτάσεων και ένα παγκόσμιο δίκτυο επαφών που διαμορφώνεται συνειδητά από νωρίς. Συχνά συμβουλεύω τους νεαρούς να αφιερώνουν τουλάχιστον το είκοσι τοις εκατό του χρόνου τους στην άτυπη δικτύωση, είτε μέσα από ευρωπαϊκές δράσεις COST, είτε μετέχοντας σε θερινά σχολεία και συνέδρια με ενεργό ρόλο.
Ένα άλλο κρίσιμο σημείο είναι η σχέση με την επιχειρηματικότητα. Δεν προτείνω κάθε ερευνητής να γίνει επιχειρηματίας, αλλά η αντίληψη του πώς μια ανακάλυψη μπορεί να μετατραπεί σε προϊόν αυξάνει σημαντικά την απασχολησιμότητα. Οι θερμοκοιτίδες του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών και του ΕΚΕΦΕ Δημόκριτος διαθέτουν προγράμματα καθοδήγησης που καλύπτουν από την κατοχύρωση ευρεσιτεχνίας έως την παρουσίαση σε επενδυτές. Επίσης, η ανάδειξη ενός μέντορα από τον χώρο της βιομηχανίας μπορεί να παράσχει προοπτική που απουσιάζει από την ακαδημαϊκή εποπτεία. Η προσωπική μου αντίληψη είναι ότι η αξία ενός ερευνητή εκτιμάται όλο και περισσότερο από την επάρκειά του να λύνει πραγματικά προβλήματα και όχι απλώς να εκδίδει γι’ αυτά.
Τάσεις που μετασχηματίζουν τον κλάδο
Η πιο έντονη τάση που καταγράφω τον τελευταίο καιρό είναι η σταδιακή αλλά σταθερή στροφή προς την πρακτική έρευνα με απευθείας κοινωνικό αντίκτυπο. Δεν λέω πια μόνο για τη ακαδημαϊκή αριστεία, αλλά για επικεντρωμένες προσπάθειες στην πράσινη ενέργεια, την ψηφιακή υγεία και την τεχνητή νοημοσύνη. Ερευνητικές ομάδες του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, του ΑΠΘ και του Πανεπιστημίου Πατρών δημιουργούν λύσεις για τη διαχείριση υδάτινων πόρων και την παρακολούθηση σεισμικών φαινομένων με αλγορίθμους μηχανικής μάθησης. Αυτή η στροφή δεν είναι μόνο ακαδημαϊκή επιλογή· εκφράζει και τις κατευθύνσεις χρηματοδότησης όπου οι προκηρύξεις ζητούν πλέον ρητά μετρήσιμο αποτέλεσμα για την κοινωνία και την οικονομία.
Η αύξηση της τεχνητής νοημοσύνης και της επιστήμης δεδομένων
Η τεχνητή νοημοσύνη αποκτάει συγκεκριμένο αποτύπωμα στην ελληνική έρευνα, και δεν λέω μόνο στην πληροφορική. Παρατηρώ επιδημιολογικά μοντέλα να ενσωματώνουν προγνωστικούς αλγορίθμους για την εξάπλωση λοιμωδών νοσημάτων, εργαλεία ανάλυσης αρχαιολογικών ευρημάτων που εκμεταλλεύονται υπολογιστική όραση και συστήματα ψηφιακής διακυβέρνησης με επεξεργασία φυσικής γλώσσας για τη νομοθεσία. Το Ινστιτούτο Επεξεργασίας του Λόγου, το ΙΤΕ και το ΕΚΕΦΕ “Δημόκριτος” συμμετέχουνε σε ευρωπαϊκά δίκτυα αιχμής, ενώ η δημιουργία του Εθνικού Συντονιστικού Κέντρου Τεχνητής Νοημοσύνης παρέχει θεσμική υπόσταση. Για έναν νέο ερευνητή, η συμβουλή μου είναι να μην υποτιμήσει τις δεξιότητες στην επιστήμη δεδομένων, ακόμα κι αν το γνωστικό του αντικείμενο μοιάζει μακρινό· η διεπιστημονικότητα είναι το διαβατήριο για σχεδόν κάθε σύγχρονη πρόταση.
Πράσινη μετάβαση και βιωσιμότητα
Παρακολουθώ τις εξελίξεις στους τομείς της ενέργειας και της κυκλικής οικονομίας με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, γιατί η Ελλάδα έχει συγκριτικά πλεονεκτήματα που μπορούν να γίνουν ερευνητική υπεραξία. Οι μελέτες για τα υπεράκτια αιολικά πάρκα στο Αιγαίο, η ανάπτυξη καινοτόμων φωτοβολταϊκών υλικών στο Ινστιτούτο Νανοεπιστήμης και Νανοτεχνολογίας, καθώς και τα προγράμματα βιοοικονομίας που λειτουργούν στα Γεωπονικά Πανεπιστήμια, δείχνουν ότι η χώρα μπορεί να εξάγει τεχνογνωσία. Αυτό που θεωρώ ενθαρρυντικό είναι η σύνδεση με μεγάλες ενεργειακές εταιρείες που αναζητούν ερευνητικούς συνεργάτες αντί για απλούς προμηθευτές. Το μήνυμα είναι σαφές: όποιος οικοδομήσει ερευνητικό προφίλ γύρω από την απανθρακοποίηση και την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή θα εξασφαλίσει χρηματοδότηση και διεθνείς συμμαχίες.
Μια κριτική ματιά στα εργαλεία χρηματοδότησης
Δεν είναι παράλογο να πω ότι η βιωσιμότητα μιας ερευνητικής ομάδας στην Ελλάδα στηρίζεται σε δυσανάλογα μεγάλο βαθμό από την αποτελεσματικότητα σε ανταγωνιστικές προκηρύξεις. Ο προϋπολογισμός της Γενικής Γραμματείας Έρευνας και Καινοτομίας ενισχύεται σταδιακά, αλλά η εγχώρια βάση μένει στενή. Γι’ αυτό, το ελληνικό οικοσύστημα έχει αναπτύξει αξιοσημείωτη εμπειρία στη διεκδίκηση ευρωπαϊκών πόρων. Το Πρόγραμμα “Ορίζων Ευρώπη” είναι ο βασικός στυλοβάτης, με την Ελλάδα να σημειώνει υψηλά ποσοστά επιτυχίας σε σχέση με το μέγεθος της, ιδιαίτερα στους πυλώνες της αριστείας και των υποδομών. Ωστόσο, η εμπειρία μού αποδεικνύει ότι η εξάρτηση από ένα μόνο κανάλι είναι επικίνδυνη.
Εγχώρια και ευρωπαϊκά σχήματα
Το Ελληνικό Ίδρυμα Έρευνας και Καινοτομίας (ΕΛΙΔΕΚ) κρίνεται από την κοινότητα ως ο παράγοντας που έλειπε. Οι δράσεις του για μεταδιδακτορικούς ερευνητές, η στήριξη βασικής έρευνας και οι συνεργασίες με τη βιομηχανία δίνουν μια πιο ευέλικτη εναλλακτική στους γραφειοκρατικούς μηχανισμούς των μεγάλων ταμείων. Σε πρακτικό επίπεδο, διαπιστώνω ότι οι προκηρύξεις του ΕΛΙΔΕΚ απαιτούν λιγότερη διοικητική προεργασία και αποδίδουν έμφαση στην επιστημονική ποιότητα. Από την άλλη, το ΕΣΠΑ εξακολουθεί ο κύριος μοχλός για υποδομές και μεγάλης κλίμακας ερευνητικά έργα, με την περιφερειακή διάσταση να αποκτά όλο και μεγαλύτερη βαρύτητα. Η συμβουλή μου είναι να μην παραλείπει κανείς τις περιφερειακές προσκλήσεις, που συχνά έχουν χαμηλότερο ανταγωνισμό και άμεση τοπική εφαρμογή.
Επιχειρηματική χρηματοδότηση και επιχειρηματικοί άγγελοι
Μια μεταβολή που αξίζει ιδιαίτερης κριτικής ανάλυσης είναι η ενίσχυση των ιδιωτικών κεφαλαίων για την έρευνα, μέσα από εταιρικά ερευνητικά κέντρα και νέα επενδυτικά σχήματα. Εταιρείες τεχνολογίας και φαρμάκων έχουν αρχίσει να δημιουργούν δικές τους μονάδες στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, ελκύοντας επιστήμονες που αναζητούν σταθερότερες συνθήκες από την ακαδημαϊκή αγορά εργασίας. Επιπλέον, ταμεία επιχειρηματικού κεφαλαίου όπως το Metavallon και το Velocity.Partners χρηματοδοτούν πλέον και spin-offs που προκύπτουν από πανεπιστημιακή έρευνα, ακολουθώντας πρότυπα του Ισραήλ. Το κρίσιμο σημείο εδώ είναι η εκτίμηση της ερευνητικής ωριμότητας: ένα ακαδημαϊκό εύρημα δεν είναι απαραίτητα έτοιμο για εμπορική αξιοποίηση, και η απόσταση ανάμεσα στην απόδειξη της ιδέας και στο προϊόν παραμένει το μεγάλο ζητούμενο. Χρειάζεται ειλικρινής αυτοκριτική από τις ομάδες.
Αποτίμηση ερευνητικού έργου και αντίκτυπου
Το πώς υπολογίζουμε την επιτυχία στην επιστήμη είναι ένα πρόβλημα που επαναλαμβάνεται συνεχώς στις συζητήσεις με συναδέλφους. Στην Ελλάδα, το σύστημα αξιολόγησης στηρίζεται ακόμη σε μεγάλο βαθμό σε βιβλιομετρικούς δείκτες και στη δημοσίευση σε περιοδικά υψηλού συντελεστή απήχησης. Παρότι αυτό δίνει μια σχετικά αντικειμενική βάση σύγκρισης, αντιλαμβάνομαι ότι συχνά παραβλέπεται ο κοινωνικός και εκπαιδευτικός αντίκτυπος. Η Εθνική Αρχή Ανώτατης Εκπαίδευσης χρησιμοποιεί κριτήρια που ενώνουν την ποιότητα με την ποσότητα, αλλά η πίεση για δημοσιεύσεις μπορεί να οδηγήσει σε στρεβλές συμπεριφορές, όπως ο κατακερματισμός των ευρημάτων σε πολλαπλά άρθρα ελάχιστης πρωτοτυπίας. Η κριτική μου στοχεύει στην ανάγκη για μια πιο ολιστική προσέγγιση που θα αποδέχεται την αριστεία στη διδασκαλία, την ανοιχτή επιστήμη και τη συμβολή στη χάραξη πολιτικής.
Παράλληλα, μια νέα τάση που παρακολουθώ είναι η σταδιακή υιοθέτηση των αρχών της υπεύθυνης έρευνας και καινοτομίας, όπου η αξιολόγηση δεν ολοκληρώνεται στη δημοσίευση αλλά συνεχίζεται στη συμμετοχή των πολιτών και στη δεοντολογία. Στην πράξη, λίγα ελληνικά πανεπιστήμια έχουν προσαρμόσει επίσημα τέτοιους δείκτες, αλλά οι συζητήσεις έχουν ξεκινήσει, κυρίως μέσα από ευρωπαϊκά έργα συνεργασίας. Η συμβουλή μου προς νεότερους ερευνητές είναι να τεκμηριώνουν συστηματικά όχι μόνο τις δημοσιεύσεις τους, αλλά και τις παρουσιάσεις σε φορείς, τη συμμετοχή κοινού σε πειράματα και κάθε στοιχείο που δείχνει ότι η δουλειά τους ξεπερνά τα όρια του εργαστηρίου. Αυτό μετατρέπεται όπλο σε αξιολογήσεις που πάνε πέρα από τον h-index.
Επιστημονικές υποδομές και συνεργατικές δομές
Καμία ερευνητική παραγωγή δεν δημιουργείται στο κενό. Στην Ελλάδα, οι υποδομές εκτείνονται από σύγχρονα συστήματα έως εγκαταλειμμένες εγκαταστάσεις, μια αντίθεση που βιώνω συχνά στις μεταβάσεις μου σε διάφορα ιδρύματα. Ωστόσο, ορισμένες μονάδες αναδεικνύονται. Το Δίκτυο Πραξιτέλης για τον συνεργασία των ερευνητικών υποδομών, το υπερυπολογιστικό σύστημα ARIS που είναι προσιτό μέσω του ΕΔΕΤ, και οι σύγχρονες εγκαταστάσεις του Ινστιτούτου Μοριακής Βιολογίας και Βιοτεχνολογίας είναι περιπτώσεις που δείχνουν ότι όταν υπάρχει στρατηγική, οι επενδύσεις αποφέρουν καρπούς. Ένα θέμα που με προβληματίζει είναι η βιωσιμότητα: πολλές δαπανηρές εγκαταστάσεις δεν συνοδεύονται από εξασφαλισμένη χρηματοδότηση για καθημερινές ανάγκες και εξειδικευμένο προσωπικό, με αποτέλεσμα να υποχρησιμοποιούνται.
Πέραν του τον εξοπλισμό, οι ερευνητικοί σχηματισμοί και τα clusters λαμβάνουν στρατηγική σημασία. Στην περιοχή της Αθήνας, το Επιστημονικό Πάρκο “Λεύκιππος” του Δημόκριτου υποδέχεται δεκάδες νεοφυείς επιχειρήσεις που στηρίζονται στην επιστήμη, ενώ το Thess INTEC στη Θεσσαλονίκη προσελκύει επενδύσεις στον τομέα της τεχνολογίας. Ωστόσο, η εμπειρία μου αποκαλύπτει ότι οι συνέργειες ανάμεσα σε διαφορετικούς φορείς δεν εμφανίζονται αυθόρμητα· απαιτούν επαγγελματική διαχείριση καινοτομίας και γραφεία μεταφοράς τεχνολογίας με ουσιαστική στελέχωση, κάτι που σε πολλά ιδρύματα εξακολουθεί να λείπει. Η υποστήριξη αυτών των δομών είναι βασική συνθήκη για να γίνουν οι υποδομές παράγοντας προόδου.